Ο γιος του ψαρά που λάτρεψαν οι Τούρκοι
Ήταν πριν από κάτι λιγότερο από 100 χρόνια. Στην όμορφη Πρίγκηπο, το Μεγαλονήσι κατά τους Τούρκους – Büyükada – ζούσαν περίπου 15.000 άνθρωποι. Το μεγαλύτερο από τα εννιά Πριγκηπόνησα μόλις μισό μίλι από την γειτονική Χάλκη. Τόπος παραθερισμού των "επισήμων" στα χρόνια του Βυζαντίου και μέρος που οι Ρωμιοί συνέχισαν να ζουν και μετά την Άλωση.
Εκεί έστησαν το σπιτικό τους ο ψαράς Χριστοφής Αντωνιάδης και η γυναίκα του Αργυρώ. Μαζί απέκτησαν δέκα παιδιά. Ανάμεσα σε αυτά και o Λευτέρης Αντωνιάδης που γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1925.
Για τους γονείς του ήταν δύσκολο να τα φέρουν πέρα. Ένα από τα αδέλφια του, ήταν επίσης ποδοσφαιριστής: ο Παναγής Αντωνιάδης, ο οποίος αγωνίστηκε στην Πέρα Κλουμπ, τον «πρόγονο» της ΑΕΚ, με την οποία φρόντισε να «δεθεί» και εκείνος στη συνέχεια.
Ξεκίνησε την καριέρα του από την Ταξίμ Σπορ, σύλλογο που ίδρυσε η αρμένικη κοινότητα της Πόλης. Με τις εμφανίσεις του στη συνοικιακή ομάδα και έχοντας πετύχει 75 γκολ σε 90 αγώνες (1941-43) τράβηξε τα βλέμματα των ανθρώπων της Φενέρμπαχτσε. Η μεταγραφή του ήρθε να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες, καθώς έβγαλε αμέσως το ταλέντο του στο γήπεδο. Σε 135 παιχνίδια σημείωσε 100 γκολ (1947-51), κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Κωνσταντινούπολης και ο κόσμος της ομάδας άρχισε να τον λατρεύει. Έτσι, ήρθε και η μεταγραφή στο εξωτερικό, με τη Φιορεντίνα να τον εντάσσει στο δυναμικό της.
Ο ύψους 1,69 μέτρα Λευτέρης, εξού και το «κιουτσούκ», που σημαίνει «μικρός», δεν είχε ανάλογη παρουσία και στην Ιταλία. Αγωνίστηκε μια σεζόν με τη βιόλα φανέλα (1951-52), έχοντας σε 30 αναμετρήσεις μόλις 4 γκολ, ενώ την επόμενη σεζόν μετακόμισε στη Νις, όπου επίσης έμεινε για μια αγωνιστική χρονιά (1952-53). Στο γαλλικό πρωτάθλημα σημείωσε 2 γκολ σε 12 παιχνίδια και αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και την αγαπημένη του Φενέρ.
Η επιστροφή του σήμανε την εκτόξευση της καριέρας του, αλλά και της δημοτικότητάς του τόσο στις τάξεις των οπαδών της Φενέρ όσο και στη συνείδηση του τουρκικού φίλαθλου κόσμου. Ο Λεφτέρ αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος 1953-54, ενώ αποτέλεσε και μέλος της Μικτής Κόσμου. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην ομάδα, μέχρι το 1964, πανηγύρισε ένα ακόμη πρωτάθλημα Κωνσταντινούπολης, τρία πρωταθλήματα και ακόμη ένα Κύπελλο (είχε κατακτήσει και ένα πριν φύγει στο εξωτερικό).
Η Turkish League ιδρύθηκε το 1959 και αυτός ήταν ο λόγος που αγωνίστηκε μόλις σε έξι σεζόν σε αυτήν. Παρόλα αυτά, είναι ένας από τους κορυφαίους της Φενέρ στη λίστα με τις συμμετοχές (151) και τα γκολ (74) σε επίπεδο εθνικού πρωταθλήματος. Συνολικά, με τα κίτρινα και μπλε του συλλόγου «έγραψε» 615 ματς και 423 τέρματα, από το 1947 μέχρι και το 1964. Οι οπαδοί της ομάδας ακόμα τραγουδούν το σύνθημα: «Ver Lefter’e, Yazsin Deftere», που σημαίνει «Δώσε στον Λευτέρη, να γράψει στο τεφτέρι».
Ως ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνισμού στην Πόλη και γενικότερα στη γειτονική χώρα ήταν της μοίρας του γραφτό να φορέσει τα χρώματα της ΑΕΚ με τον δικέφαλο αετό στο στήθος. Ο αστικός μύθος λέει ότι ένας άλλος Κωνσταντινουπολίτης, ο Κλεάνθης Μαρόπουλος του ζήτησε να υπογράψει ένα αυτόγραφο, ωστόσο αυτό ήταν συμβόλαιο για να αποτελέσει κομμάτι του ρόστερ της Ένωσης. Έτσι κι έγινε. Ο Λεφτέρ έγινε παίχτης της ΑΕΚ σε ηλικία 39 ετών, το 1964.
Ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο σε αγώνα με τον Ηρακλή τον ανάγκασε να κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Πρόλαβε να καταγράψει 5 συμμετοχές με τα κιτρινόμαυρα και να σημειώσει 2 γκολ.
Δεν εγκατέλειψε βέβαια το ποδόσφαιρο μετά την αναγκαστική απόσυρση. Εργάστηκε ως προπονητής, αρχικά στο Αιγάλεω και στη συνέχεια στη Νότια Αφρική, στη Σούπερσπορτ Γιουνάιτεντ. Το 1967 επέστρεψε στην Τουρκία και στους πάγκους των Σαμσουνσπόρ, Ορντουσπόρ, Μερσίν Ιντμάν Γιουρντού και Μπολουσπόρ. Με την ομάδα της Σαμψούντας τελείωσε και τη σύντομη -επτάχρονη- προπονητική του καριέρα το 1972.
Ο Κιουτσουκαντωνιάδης αγωνίστηκε 50 φορές με την εθνική Τουρκίας, αν και επισήμως αναφέρονται 46 συμμετοχές, τις 9 ως αρχηγός. Οι άλλες τέσσερις ήταν με την ολυμπιακή ομάδα της χώρας. Μετείχε στην Ολυμπιάδα του 1948 στο Λονδίνο και έπαιξε και στους δύο αγώνες με αντίπαλο τη Γιουγκοσλαβία (1-3) και την Κίνα (4-0). Στη διοργάνωση αυτή πέτυχε και ένα γκολ. Επίσης, αγωνίστηκε στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954, όπου βρήκε δύο φορές δίχτυα. Συνολικά πέτυχε 20 γκολ με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της γειτονικής χώρας, όντας μέχρι και σήμερα ο δεύτερος σκόρερ της όλων των εποχών.
Το παρατσούκλι του Λεφτέρ ήταν «Ordinaryus», δηλαδή «Προφέσορας», λόγω της άνεσής του στο σκοράρισμα, καθώς έβρισκε δίχτυα σχεδόν με κάθε τρόπο. Για τους Τούρκους οπαδούς δεν ήταν απλά ο "Καθηγητής των Καθηγητών" αλλά ο δικός τους "Ταύρος". Λέγεται, μάλιστα, ότι δεν είχε χάσει ποτέ πέναλτι.
Υπήρξε ο πρώτος ποδοσφαιριστής στη γειτονική χώρα που τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο της Τουρκικής Ομοσπονδίας. Παρόλο που βρέθηκε στη μάχη της αιώνιας διαμάχης των δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, λόγω ακριβώς αυτής της διπλής του καταγωγής. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια των «Σεπτεμβριανών», του οργανωμένου πογκρόμ της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων της Πόλης, ο Λεφτέρ είδε τους Τούρκους εθνικιστές να φτάνουν έξω από το σπίτι του και να απειλούν τη ζωή του. Ήταν τότε που οι οπαδοί της Φενέρ λειτούργησαν σαν ασπίδα για να προστατέψουν το δικό τους είδωλο.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, τον είχε αποκαλέσει «Μπουγιούκ Αντωνιάδη» δηλαδή «Μεγάλο Αντωνιάδη». Εκείνος ένιωσε άβολα από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό, καθώς η ταπεινότητα ήταν κάτι που τον διέκρινε σε όλη του τη ζωή. Ο Χακάν Σουκούρ, ένας επίσης μεγάλος γκολτζής της γειτονικής χώρας και πλέον «εχθρός της κυβέρνησης», τον επισκεπτόταν συχνά για να τον συμβουλευθεί, παρά το γεγονός ότι αποτελούσε παίκτη της «μισητής» για τη Φενέρ, Γαλατασαράι. Επίσης, ο Ντέμης Νικολαΐδης είχε έρθει σε επαφή μαζί του το 2004, όταν η ΑΕΚ ταξίδεψε στην Πόλη για φιλικό με τη Γαλατά.
Ο Λεφτέρ άφησε την τελευταία του πνοή στις 13 Ιανουαρίου 2012, σε ηλικία 86 ετών, σε νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης, όπου νοσηλευόταν με προβλήματα υγείας. Η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο «Σουκρού Σαράτσογλου», όπου παραπάνω από 10.000 κόσμου βρέθηκε να του πει το τελευταίο «αντίο».
Αργότερα, ένας από τους δρόμους της Πριγκήπου, της γενέτειράς του, πήρε το όνομα του. Ήταν η αναγνώριση του τούρκικου λαού στο πρόσωπο του δικού τους "Ρωμιού". Αυτού που αγάπησαν για την παρουσία του στα γήπεδα και υποκλίθηκαν για την προσφορά του.
*Σαν σήμερα, ο Λεφτέρ Κιουτσουκαντωνιάδης έγινε ο γηραιότερος σκόρερ της ΑΕΚ στην Α’ Εθνική σε ηλικία 39 ετών και 271 ημερών σκοράροντας απέναντι στον Απόλλωνα στο γήπεδο της Ριζούπολης!