Η ιστορία του στην Ελλάδα ξεκίνησε πριν καλά - καλά έρθει εδώ. Το 1992 η Μονακό αντιμετώπισε τον Ολυμπιακό με τους «ερυθρόλευκους» να περνάνε το εμπόδιο της ομάδας του Αρσέν Βενγκέρ, χάρη στο γκολ του Βαΐτση. Εκεί, σε ηλικία 20 ετών, εντοπίστηκε ο βραχύσωμος Λιβεριανός μεσοεπιθετικός που εξελίχθηκε σε “γυρολόγο” των ελληνικών γηπέδων. Το πόδι του στην χώρα μας, ωστόσο, το πάτησε το 1996 αφού πρώτα κατέγραψε περάσματα από τις γαλλικές, Λιεγκουά και Τουλούζ.
Αρχικός προορισμός για τον πρώτο Λιβεριανό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ελλάδα ήταν ο Αθηναϊκός. Μάλιστα, για κακή του τύχη, η βαλίτσα του χάθηκε και ο Σέμπουε το μόνο που είχε ήταν το φαρδύ τζιν που φορούσε, τα παπούτσια του και το πουκάμισό του. Ότι φορούσε δηλαδή στην άφιξή του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Από εκεί μετέβη στο ξενοδοχείο «Αλέξανδρος» και αμέσως άρχισε τις δοκιμές στην ομάδα του Γιάννη Παθιακάκη, την εποχή που πρόεδρος του Αθηναϊκού ήταν ο Καλογιάννης.
Στην πρώτη του προπόνηση επιχειρεί 13 σουτ έχοντας 12 γκολ και ένα δοκάρι! Όμως, ο Παθιακάκης εμφανίζεται αναποφάσιστος για την τελική του εισήγηση. Ενώ και ο ίδιος ο μεσοεπιθετικός από τη Λιβερία δεν εντυπωσιάστηκε από τις συνθήκες που επικρατούσαν. Το γεγονός μάλιστα πως πηγαινοερχόταν από το ξενοδοχείο στο γήπεδο με... βέσπα αποτέλεσε την οριστική αφορμή για να ζητήσει από το μάνατζέρ του να του βρει άλλη ομάδα.
Ήταν η εποχή του βίντεο και μια δική του κασέτα έφτασε στα χέρια του Χρήστου Πανόπουλου. Μέσα σε μία ώρα τον κάλεσε εκείνος για υπογραφές με την ομάδα της Ξάνθης που τελικά σύστησε το γρήγορο μεσοεπιθετικό με τα χαρακτηριστικά κόκκινα παπούτσια στο ελληνικό κοινό. Στους Ακρίτες αγωνίστηκε για μιάμιση σεζόν καταγράφοντας συνολικά 32 παιχνίδια και 3 τέρματα. Το ένα από αυτά όμως, ένα όμορφο τακουνάκι μέσα στη Νέα Φιλαδέλφεια, ήταν αρκετό για να του χαρίσει τη μεγάλη μεταγραφή στην Ένωση με την ιδιοκτήτρια ENIC να τον επιλέγει έναντι του Ρουμάνου Παντούρου που ήθελε διακαώς τότε ο προπονητής της ΑΕΚ, Ντουμίτρου Ντουμιτρίου.
Από τον Ιανουάριο του 1998 που μετακόμισε στην ΑΕΚ και έπειτα, ο πάντα χαμογελαστός Σέμπουε κατέγραψε 37 εμφανίσεις και 2 τέρματα, αγωνιζόμενος με το Δικέφαλο πότε ως κεντρικός μεσοεπιθετικός και πότε στα άκρα. Στην πραγματικότητα, η πιο ισχυρή ανάμνηση από τη διαδρομή του στο κιτρινόμαυρο σύμπαν είναι η τελική πάσα στη χαμένη ευκαιρία του Ντέμη με αντίπαλο τη Λοκομοτίβ, όταν για λίγα λεπτά η ΑΕΚ έχασε την πρόκριση στους "4" του κυπέλλου Κυπελλούχων. Στεπάνοβιτς και Μπλαχίν που διαδέχτηκαν το Ντουμιτρίου στον κιτρινόμαυρο πάγκο, άλλωστε, δεν εμπιστεύτηκαν ποτέ το Λιβεριανό άσο που ξεχώριζε για την ταχύτητα αλλά και την αγωνιστική του αστάθεια.
Στη διαδρομή του ακολούθησε ο Ηρακλής με τον οποίο σημείωσε τις πιο ξεχωριστές του εμφανίσεις στην Ελλάδα, ανάμεσά του και η συμμετοχή του στο κύπελλο UEFΑ. Εκεί, έμαθαν όλοι τον περίφημο πανηγυρισμό του με τις παλάμες του να είναι γυρισμένες προς τον ουρανό με το Σέμπουε να κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού. Γιατί μπορεί το αγωνιστικό του επίπεδο να απείχε σημαντικά από το διάσημο μακρινό του ξάδερφο, Ζορζ Γουεά, αλλά το χαμογελαστό και ανάλαφρο στυλ του κέρδιζε τους πάντες.
Μετά τον Ηρακλή, πήγε στον Πατραϊκό και στην Παναχαϊκή. Στη συνέχει ήρθε η πρόκληση της Αραβίας και της Αλ Ντάφρα, ενώ έπαιξε και για τις Αλ Αχλί του Ντουμπάι και την Αλ Τζαζίρα, για να επιστρέψει στην χώρα μας για λογαριασμό του Πανσερραϊκού. Ακολούθως, φόρεσε τη φανέλα της Καβάλας και στη Δόξα Δράμας ενώ στο τέλος της καριέρας του έπαιξε και σε ερασιτεχνικό επίπεδο στην Ελλάδα με τις ομάδες του ΑΟ Πόρου, του Ηφαίστου Περιστερίου και του Αστέρα Δρεπανιακού. Παράλληλα φόρεσε 73 φορές (σημειώνοντας και 17 γκολ) τη φανέλα της Εθνικής Λιβερίας, με την οποία έλαβε μέρος σε δύο Κύπελλα Εθνών Αφρικής, το 1996 και το 2002.
Εναντίον
Επιλέξτε έναν τύπο και έναν αντίπαλο για να δείτε τα στατιστικά.