Μπορεί να λέγεται Αλεσάντρε Σοάρες αλλά για τον κόσμο του ελληνικού ποδοσφαίρου ήταν πάντα ο “Γιάννης”. Ένας από τους πιο συμπαθείς Βραζιλιάνους που πέρασαν από τα ελληνικά γήπεδα και ένας ποδοσφαιριστής που όλοι είχαν να πουν μια καλή κουβέντα γι αυτόν. Χαμογελαστός, φιλικός και απλός όπως ακριβώς πανηγύριζε κάθε ένα από τα πολλά γκολ της καριέρας του.
Ο επιθετικός από το Ρίο ντε Τζανέιρο μπορεί να φόρεσε τα κιτρινόμαυρα για μόλις 2 σεζόν, συνέδεσε όμως το όνομα του με το σύλλογο, αγαπήθηκε από τον κόσμο, κέρδισε το σεβασμό και την αναγνώριση όλων. Ήταν άλλωστε βασικό και αναντικατάστατο μέλος της πιο αγαπησιάρικης ΑΕΚ σε αυτή τη δύσκολη πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Μια από τις αγωνιστικές αποκαλύψεις σ' εκείνη την πρώτη χρονιά του προέδρου Ντέμη Νικολαΐδη, ο σκόρερ των πρώτων σημαντικών τερμάτων της ομάδας του Σάντος.
Γεννημένος στις 5 Φεβρουαρίου του 1973 έμαθε το ποδόσφαιρο στην περίφημη Κόπα Καμπάνα. Με ύψος 174 εκατοστά και χωρίς κάποια σπουδαία τεχνική θα δυσκολευόταν να κάνει την καριέρα που ακολούθησαν σπουδαίοι συμπαίχτες του όπως ο Ρονάλντο. Ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Κρουζέιρο και στη συνέχεια αγωνίστηκε στη Μόντες Κλάρος.
Ώσπου το καλοκαίρι του 1997, ο τότε μεγαλοπαράγοντας της Καλαμάτας, Στάυρος Παπαδόπουλος, τον έφερε στη Μεσσηνιακή πρωτεύουσα για να αγωνιστεί για λογαριασμό της Μαυρης Θύελλας. Ήταν η εποχή που ο Παπαδόπουλος αναζητούσε ταλέντα στην Αφρική και τη Ν. Αμερική με σκοπό να τα μοσχοπουλήσει στη συνέχεια. Και μπορεί να μην τα κατάφερε όπως λέει ο μύθος με το Ρονάλντο αλλά ο Σοάρες έρχεται να ενισχύσει μια επιθετική γραμμή που έχει μεγάλες ανάγκες μετά την πώληση Οφορίκουε στον Ολυμπιακό.
Τότε προέκυψε και το παρατσούκλι που τον συνόδευσε σε όλη του την ποδοσφαιρική καριέρα. “Όταν ήρθα προπονητής ήταν ο Μπάμπης Τεννές. Έμεινε μέχρι το καλοκαίρι και μετά ήρθε ο Γκμοχ. Δεν ξέρω, αυτός δεν μπορούσε να πει το όνομά μου. Άρχισε να με φωνάζει Γιάννη. Γιάννη από ‘δω, Γιάννη από ‘κει. Στα παιδιά, άρεσε να με πειράζουν. Όλοι με έλεγαν Γιάννη, Γιαννάκη. Κι έτσι έμεινε. Μετά κανείς δεν με έλεγε Αλεσάντρε. Πήγα στον ΟΦΗ. «Παιδιά με λένε Αλεσάντρε» λέω. «Όχι Γιάννη», μου έλεγαν. Ρε που@@@ μου σε παρακαλώ, λέω. Στην ΑΕΚ, το ίδιο μετά. Εντάξει μου άρεσε, μου αρέσει πάρα πολύ. Έβγαλα και το γιο μου, Γιάννη. Ο Γιαννάκης γεννήθηκε εδώ, όταν ήμουν εδώ. Όταν έπαιζα στον ΟΦΗ”.
Στην Καλαμάτα ο Σοάρες αγωνίστηκε από το 1997 μέχρι το 2001 με απολογισμό 80 παιχνίδια και 18 τέρματα. Ακολούθησε ο ΟΦΗ με 101 συμμετοχές και 28 γκολ. Σε όλα αυτά τα χρόνια το όνομα του θα συνδεθεί κατά καιρούς με όλες τις μεγάλες ομάδες της χώρας. Κυρίως τον Παναθηναϊκό όπου η μεταγραφή του ακυρώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Σοάρες θα αποκαλύψει πως αρκετά χρόνια πριν τελικά φορέσει τα κιτρινόμαυρα βρέθηκε μια ανάσα από την ΑΕΚ.
“Όταν πήγε ο Γεωργέας στην ΑΕΚ για να υπογράψει, είχα πάει και εγώ μαζί του για τον ίδιο λόγο. Φύγαμε μαζί από την Καλαμάτα. Μας είπαν να πάμε για να υπογράψουμε στην ΑΕΚ, στην Αθήνα. Μπήκε ο Γεωργέας για να υπογράψει και μετά από μισή ώρα έπρεπε να μπω εγώ. Όταν ήρθε η ώρα να μπω, μου λέει ένας: Περίμενε γιατί κάτι έγινε. Αποτέλεσμα; Γύρισα στην ΑΕΚ μετά από πέντε χρόνια”.
Τελικά οι δρόμοι του Αλεσάντρε Σοάρες και της ΑΕΚ θα διασταυρωθούν το καλοκαίρι του 2004. Η ΑΕΚ επιχειρεί ένα γενικό restart προσπαθώντας να απαλλαχθεί από τα χρέη των προηγούμενων χρόνων και το δίδυμο Ντέμη – Ίβιτς επιλέγουν το “Γιάννη” για να αποτελέσει το δίδυμο του Λυμπερόπουλου στην κιτρινόμαυρη επίθεση. Στα χέρια του Φερνάντο Σάντος, ο Σοάρες μετατρέπεται στον ιδανικό εσωτερικό επιθετικό και αναδεικνύεται αγωνιζόμενος κυρίως στα αριστερά το 4-3-3 που εφαρμόζει ο Πορτογάλος. Ατέλειωτο τρέξιμο και κάλυψη των χώρων, πολύ παιχνίδι χωρίς τη μπάλα αλλά ταυτόχρονα και ο παίχτης που βρίσκεται πιο συχνά σε θέση εκτέλεσης στην αντίπαλη εστία εκμεταλλευόμενος το παιχνίδι με πλάτη και τις σπόντες του Λύμπε. Σημαντικά γκολ που δίνουν νίκες και προκρίσεις ειδικά σε αυτή την πρώτη χρονιά που η ομάδα φωνάζει πως “Δεν πάμε για πρωτάθλημα”. Τελειώνει τη χρονιά με 15 τέρματα και αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που η ομάδα μένει στο κυνήγι του τίτλου μέχρι το τέλος.
Την επόμενη σεζόν το επίπεδο του ανταγωνισμού ανεβαίνει στην ομάδα και ο “Γιάννης” σταδιακά χάνει τη θέση του στην ενδεκάδα. Κυρίως βέβαια μοιάζει να έχει χάσει την επαφή του με τα αντίπαλα δίχτυα. Σκοράρει 4 φορές σε 38 αναμετρήσεις και ολοκληρώνει την παρουσία του με τα κιτρινόμαυρα έχοντας κλείσει αυτή την υπέροχη για τον ίδιο και την ομάδα διετία. Φεύγοντας το καλοκαίρι του 2006 από την ΑΕΚ συνέχισε την καριέρα του στην Κύπρο. Αρχικά για μία σεζόν στην Ανόρθωση με την οποία κατέκτησε το Πρωτάθλημα που δεν κατάφερε στην Ελλάδα και στη συνέχεια στην Αλκή, στον Ερμή Αραδίπου και στον Χαλκανώρα Ιδαλίου. Επέστρεψε στη Βραζιλία το 2013 για να αγωνιστεί με τα χρώματα της Μόντε Κάρλος και να ολοκληρώσει τον ποδοσφαιρικό του κύκλο εκεί απ' όπου ξεκίνησαν όλα.
Ο Αλεσάντρε Σοάρες, λίγο πριν κλείσει τα 52, ζει και εργάζεται στο Μπέλο Οριζόντε, τόπο καταγωγής της γυναίκας του όπου διατηρεί ποδοσφαιρική ακαδημία. Δεν ξεχνά βέβαια την Ελλάδα. Εδώ άλλωστε πέρασε τα καλύτερα χρόνια τη ζωής του, εδώ έκανε οικογένεια, εδώ ωρίμασε και ως άνθρωπος και ως ποδοσφαιριστής. Εδώ έγινε “ο δικός μας Γιάννης”.